«Εξουσία, χρήμα και ψέματα, αντί διακονίας, ακτημοσύνης και αλήθειας…»

του π. Δημητρίου Θεοφίλου

«Ζείτε (κάποιοι Ιεράρχες) ζωή πριγκιπική, μετακινείστε με τις κράισλερ και τις μερσεντές. Σας υπηρετεί ένα σωρό κόσμος, φορτωνόσαστε όλα αυτά τα χρυσά και θέλετε παντί τρόπω να έχετε και την απόλυτη εξουσία στην ψυχή των ανθρώπων. Είναι ανατριχιαστικά πράγματα αν σκεφτείτε ότι γίνονται στο όνομα του… Χριστού που περπατούσε ξυπόλητος και δεν είχε πού την κεφαλήν κλίναι. Ε, λοιπόν, είσαστε ανακόλουθοι με όσα δίδαξε ο Χριστός. Και επομένως το λιγότερο που θα περίμενε κάποιος από εσάς είναι να μην πετάτε πέτρες στους άλλους.
Οι δικές σας αμαρτίες είναι εκείνες που κυρίως καταδίκασε ο Ιησούς Χριστός. Πώς να το κάνουμε· δεν μίλησε για τις προγαμιαίες σχέσεις, αλλά είπε ξεκάθαρα πως δεν γίνεται να υπηρετεί κάποιος δύο Κυρίους, τον Θεό και τον Μαμωνά. Είπε επίσης πως όποιος έχει δύο χιτώνες να δίνει τον ένα
»(παπα-Φιλόθεος Φάρος).

Όταν ξαστοχήσεις στη πορεία της ζωής, τότε τα πράγματα που κάποτε ονειρεύτηκες, για ένα καλύτερο κόσμο, με περισσότερη ελευθερία, δικαιοσύνη, αγάπη, και λιγότερη ανισότητα, αδικία και σκληρότητα, μπορεί να «στοιχειώσουν» και να γίνουν οι εφιάλτες του μέλλοντός σου. Για όσους ζουν τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα από μέσα και από κοντά, δεν αποτελούν έκπληξη, τόσο οι τωρινές «αποκαλύψεις» για οικονομικές ατασθαλίες και αντι-ευαγγελικό – άφρονα πλουτισμό, όσο και εκείνες του 2005. Αυτό που ίσως όμως αξίζει το κόπο, να σταθεί κάποιος, είναι το timing, τόσο για το τότε που τώρα πλέον τους λόγους δημοσιοποίησής του γνωρίζουμε, όσο και για το τώρα που κάποιοι εικάζουμε και δεν απομένει παρά να δούμε, αν θα επιβεβαιωθούμε ή θα διαψευστούμε.

Ο «μεγάλος ασθενής» στον εκκλησιαστικό χώρο, είναι γνωστός, όχι μόνο στους «παροικούντες στην Ιερουσαλήμ», αλλά και στους «περαστικούς», το τραγικό είναι ότι κανείς δεν τολμά, να βάλει το δάχτυλό του, «επί των τύπων των ήλων». Παρ’ όλες τις αισιόδοξες αλλά μάλλον παραπειστικές εκ του αποτελέσματος, εξαγγελίες του πριν, το μετά συνεχίζει και παραμένει να είναι μονότονα, τραγικό και αδιέξοδα ίδιο, βουβό, κωφό και μωβ.

Ο τρόπος εκλογής των επισκόπων παραμένει τραγικά και φοβικά στο χθες, αιχμάλωτος, συμφερόντων, συναλλαγών και συνώνυμος της αναξιοπρεπούς δουλικότητας. Συνήθως, οι πρώην «λαλίστατοι επαναστάτες», «φωτισμένοι πρωτοπόροι» και «πνευματικοί αναγεννητές», μόλις πάρουν την «εξουσία» μεταλλάσσονται, σαν να τους άγγιξε το «ραβδί της Κίρκης». Έτσι αν δεν καταλήξουν «τύραννοι» και «δήμιοι» του λαού του Θεού, στην καλύτερη εκδοχή τους, παραμένουν αμετανόητοι δημοκόποι, που συγκαλύπτουν συν-ενοχικά με τη σιωπή τους, τα κακώς κείμενα, ανίκανοι και ανήμποροι, να πάρουν το «φραγγέλιο», και να καθαρίσουν την Εκκλησία, από τους κάθε λογής «κολλυβιστές» και «αργυραμοιβούς», που έχουν μαζευτεί στους επίγειους κόλπους της. Αυτοϊκανοποιούμενοι, όταν κάνουν «ασκήσεις ισορροπίας», επάνω στην εξουσία της «ματαιότητας», εγκλωβισμένοι σε «αυλές» από «κλίκες» και «περιβάλλοντα», αποκλεισμένοι τελικά, από τον λαό του Θεού, στο όνομα του οποίου παλεύουν να νομιμοποιήσουν, την παραχαραγμένη ύπαρξή τους. Ένα λαό που δεν αποφασίζει για τίποτε, που δεν του ζητείται ποτέ η γνώμη του, που διατηρείται «προμελετημένα», σε εγνωσμένη αμάθεια (ή ημιμάθεια) αναφορικά με το «εκκλησιαστικό γεγονός» και ο οποίος καλείται σαν «γαλακτοφόρος αγελάδα», να συνεισφέρει πάντα οικονομικά και να βάζει «πλάτη» στα δύσκολα. Όποιος τολμήσει να αμφισβητήσει θεωρητικά ή έμπρακτα αυτό το «άρρωστο» status quo, αρχικά «επικηρύσσεται» και αν επιμείνει να κινείται ανανεωτικά, «πυροβολείται».

Απόντες και λιποτάκτες λοιπόν, αρκετοί των «εικονικών ποιμένων», από την αληθινή (όντως) ζωή, βιώνουν την εικονικότητα και την ψευδαίσθηση, της αντι-οντολογικής ζωής, που μοιραία, είναι άρρηκτα και δουλικά συνδεδεμένη με την ύλη, στις δυο βασικές της εκδοχές, της εξουσίας και του χρήματος. Κάτω από τέτοιες και παρόμοιες συνθήκες, φαντάζει ανέφικτη η οριοθέτηση αρχών και κανόνων, σεβαστών από όλους, που θα βοηθούσαν στη πολυπόθητη, λεκτικά, αλλά ουσιαστικά και πρακτικά ανέφικτη, αληθινή «μετάνοια», όπως απέδειξε άλλωστε και η σχετικά πρόσφατη «θεσμική» κρίση του 2005, την οποία αμέσως μετά ακολούθησε «επιχείρηση» κουκουλώματος και λησμονιάς, πέφτοντας ταυτόχρονα και μερικοί «πυροβολισμοί» στον αέρα» για την «τιμή των όπλων». Ως τελικό αποτέλεσμα, υπήρξε η αμνηστία, με ελαφριά τη συνείδηση, καταστάσεων, προσώπων και συμπεριφορών, που πρωταγωνίστησαν τραγικά τότε.

Σχετικά τώρα με τις λεκτικές εξαγγελίες, περί δήθεν θεσμικών αλλαγών, διαφάνειας και μεγαλύτερης συμμετοχής του λαού του Θεού, αυτά έμειναν «ξύλινος – άπνοος» λόγος, πολιτικάντικος και παραπειστικός, που καμία σχέση δεν θα μπορούσαν να έχουν με την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, τον Λόγο, λόγο του ευαγγελίου και την αναστάσιμη εσχατολογική προοπτική τους.

Υπάρχει όμως στη ζωή ένας κανόνας απαράβατος, όποιος δεν μαθαίνει από τα παθήματά του, είναι ιστορικά καταδικασμένος, να τα ξαναβιώσει, με μεγαλύτερη σφοδρότητα και ασύμμετρες συνέπειες, ως προς την κατάληξη των γεγονότων.

ΥΓ. Είναι αυτονόητο, ότι κανένας δεν έχει τη πρόθεση να αυτό-διορσθεί ως «διαχειριστής του αλάθητου», «κριτής και τιμητής της οικουμένης». Από νοιάξιμο και πόνο ψυχής, κατατίθενται οι παραπάνω σκέψεις, με την αμυδρή ελπίδα, κάποτε, κάποιοι να ευαισθητοποιηθούν πνευματικά και να δράσουν ευαγγελικά. Εξαίρουμε την χαρισματική παρουσία, κάποιων επισκόπων μας, οι οποίοι αποτελούν με το ήθος, το λόγο και την εν γένει παρουσία τους, «φάρους», πραγματικά κοσμήματα και ευλογία, από το δωροδότη Χριστό, στη ταλαίπωρη «εμπερίστατη» ελλαδική εκκλησία Του.

(Από την ιστοσελίδα εκκλησιαστικών ειδήσεων www.amen.gr.)

Δημοσιευμένο εδώ (Δεκέμβριος 2012).